30.3.14

Ισραήλ : Πολιτειακές αλλαγές εν μέσω οξείας κομματικής πόλωσης

Δημοσιεύθηκε από το ΚΕΜΜΙΣ (Κέντρο Μεσογειακών Μεσανατολικών Ισλαμικών Σπουδών) την 27.03.2014
[ έκδοση PDF : πατήστε εδώ  / έκδοση web : πατήστε εδώ ]

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εν αναμονή των αποτελεσμάτων της αμερικανικής μεσολαβητικής προσπάθειας για την συνέχιση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής, η Ισραηλινή επικαιρότητα το τελευταίο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε  έντονα από τις πολιτειακές και νομοθετικές αλλαγές που προώθησε η κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν από το καλοκαίρι του 2013 έως και την άνοιξη του 2014, κατέδειξαν ξεκάθαρα όλο το φάσμα των κομματικών διαφορών και των ιδεολογικών συσχετισμών στο σημερινό Ισραήλ, επικαιροποιώντας και πάλι ποικίλους προβληματισμούς περί των πολιτειακών κανόνων που διέπουν το πολιτικό σύστημα της χώρας.
Αφορμή στάθηκαν τρία σημαντικά νομοθετήματα, η διαδικασία ψήφισης των οποίων περαιώθηκε από την Κνέσετ τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου 2014.
Ο αναθεωρημένος 'Θεμελιώδης Νόμος περί Διακυβέρνησης', ο 'Θεμελιώδης Νόμος περί Δημοψηφίσματος' και ο 'Νόμος περί Στρατεύσεως των Μαθητών των Εβραϊκών Θρησκευτικών Σχολών' άφησαν έντονα το στίγμα τους στον Ισραηλινό κοινοβουλευτικό βίο και έγιναν αφορμή να εκδηλωθούν ποικίλες ιδεολογικές και κομματικές αντεγκλήσεις και συγκλήσεις  –δίνοντάς μας σαφή εικόνα περί της παρούσας πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας στο σημερινό Ισραήλ.   

ανοικοδόμηση του κτηρίου του Ισραηλινού κοινοβουλίου (Κνέσετ) στις αρχές της δεκαετίας του 1960


Η ειρηνευτική πρωτοβουλία υπό τον αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Τζων Κέρυ μέχρι σήμερα δεν απέδωσε καρπούς. Από την άλλη όμως, η καταλυτική επίδραση των αλλεπάλληλων συναντήσεών του με την ισραηλινή πολιτική ηγεσία ώθησαν την κυβέρνηση συνασπισμού του Μπενιαμίν Νετανιάχου το περασμένο καλοκαίρι να προβεί σε γρήγορες κινήσεις μετασχηματισμού των κανόνων του πολιτικού συστήματος της χώρας.

Χαρακτηριστική ήταν η βιασύνη με την οποία κατατέθηκαν δύο σημαντικής πολιτειακής σημασίας νομοθετήματα -και μάλιστα την 31η Ιουλίου 2013, τελευταία μόλις μέρα της τακτικής συνόδου του Ισραηλινού Κοινοβουλίου-, που σκοπό είχαν, όπως επίσημα είχε ανακοινωθεί, να προετοιμασθεί το ισραηλινό πολιτικό σύστημα να λάβει γενναίες αποφάσεις περί της εθνικής κυριαρχίας[1], ενόψει οριστικών λύσεων τόσο για το παλαιστινιακό όσο και για τον καθορισμό διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων μεταξύ του Ισραήλ και του μελλοντικού Παλαιστινιακού Κράτους. Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται η δήλωση του Ισραηλινού Πρωθυπουργού στις 25.07.2013 ότι "Η ειρήνη με τους γείτονές μας προϋποθέτει ειρήνη μεταξύ μας και το μέσον για να το καταφέρουμε αυτό είναι το δημοψήφισμα" ενώ την ίδια ημέρα, το Γραφείο του Πρωθυπουργού, εξηγώντας τα αίτια της ταχείας κοινοβουλευτικής διαδικασίας που επιλέχθηκε, είχε εκδώσει την εξής ανακοίνωση προς τον Τύπο : "Ενόψει σημαντικών διπλωματικών εξελίξεων που οδηγούν σε απευθείας διαπραγμάτευση με την Παλαιστινιακή Αρχή, η Κυβέρνηση θεωρεί σημαντικό και επείγον, εκτός από τις συνομιλίες, να καταθέσει στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση Θεμελιώδη Νόμο που θα ορίζει την διενέργεια δημοψηφίσματος σε περίπτωση συμφωνίας ή κυβερνητικής απόφασης περί απόσυρσης της νομικής, δικανικής και διοικητικής κυριαρχίας επί εδαφών του Κράτους του Ισραήλ".[2]   

Η Ισραηλινή κυβέρνηση συνασπισμού - που προήλθε μετά από τις εκλογές της 22ας  Ιανουαρίου 2013 και ύστερα από εξαιρετικά επίπονες διαβουλεύσεις που διήρκησαν δύο περίπου μήνες μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων που την συναποτέλεσαν[3] - αποφάσισε να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα : Να αυξήσει το ποσοστιαίο πλαφόν που απαιτείται για την είσοδο ενός κόμματος στο Ισραηλινό Κοινοβούλιο (Κνέσετ) προκειμένου να καταστεί ευκολότερος ο σχηματισμός όσο το δυνατόν ισχυρότερων κυβερνήσεων – ενόψει πάντα δραστικών αποφάσεων σε σχέση με την εξέλιξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Έτσι, εκτός από την πρόταση νόμου για την διενέργεια δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση Νετανιάχου κατέθεσε και δεύτερη πρόταση περί θέσπισης νέου 'Θεμελιώδους Νόμου περί Διακυβέρνησης', ο οποίος μεταξύ άλλων προέβλεπε τον διπλασιασμό του εκλογικού πλαφόν εισόδου – από 2% σε 4%.

Οι συνταγματικής ισχύος Θεμελιώδεις Νόμοι 'περί Διακυβέρνησης' και 'περί Δημοψηφίσματος'  είχαν δύο κύριους σκοπούς : Αφ' ενός να καταστεί δυνατός ο σχηματισμός σταθερών κυβερνήσεων , μειώνοντας τον αριθμό των κομμάτων στο κοινοβούλιο δια της αύξησης του ποσοστιαίου εκλογικού πλαφόν εισαγωγής τους στην Κνέσετ[4] και αφ' ετέρου ο οριστικός καθορισμός των συνόρων του Ισραήλ με το μελλοντικό Παλαιστινιακό Κράτος να εγκριθεί με δημοψήφισμα, σε περίπτωση κατά την οποία η ειρηνευτική συμφωνία θα προβλέπει απόσυρση της ισραηλινής κυριαρχίας από εδάφη πέραν της Δυτικής Όχθης[5], δίνοντας τον τελευταίο λόγο – αλλά και την τελική ευθύνη- για την οριστική πολιτική λύση του εθνικού ζητήματος στους ίδιους τους Ισραηλινούς ψηφοφόρους[6].

Η δριμεία κριτική που ασκήθηκε κυρίως κατά της αύξησης του εκλογικού πλαφόν προήλθε πρωτίστως από τα μικρά αραβικά κόμματα[7], το μεσαίας εκλογικής δυναμικότητας αριστερό κόμμα "Meretz" -το οποίο κατά τις τελευταίες εκλογές είχε αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά του και έβλεπε ότι με την νομοθετική αυτή μεταβολή θα έχανε στο μέλλον το έδαφος που είχε κερδηθεί- αλλά και από τα μικρά εβραϊκά θρησκευτικά κόμματα των Ασκεναζί-Υπερορθόδοξων Εβραίων , που δεν επιθυμούσαν να τεθούν, άμεσα ή έμμεσα, υπό τον έλεγχο του μεγαλύτερου σε επιρροή και κυβερνητικό παρελθόν κόμματος "Shas" των Σαφαραδιτών. Από την άλλη πλευρά, εντύπωση προκάλεσε η μάλλον απαθής στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Κόμματος των Εργατικών σε εκείνη την εξαιρετικά τεταμένη συνεδρίαση της Κνέσετ της 31ης Ιουλίου 2013-.[8]  

Οι έντονες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που εκτυλίχθηκαν στο βήμα της Κνέσετ το βράδυ της 31ης Ιουλίου 2013 δεν απέτρεψαν την επί της αρχής ψήφιση των δύο αυτών νομοσχεδίων από τους βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού. Την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση ότι η εκ νέου συζήτησή τους κατ' άρθρο και η τελική τους υιοθέτηση (ο Κανονισμός της Κνέσετ προβλέπει συνολικά τρεις ψηφοφορίες για την περαίωση της νομοθετικής λειτουργίας) θα πραγματοποιείτο τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, δηλαδή με την έναρξη των εργασιών της αμέσως επόμενης τακτικής κοινοβουλευτικής συνόδου. Οι κατά κοινή ομολογία βεβιασμένες πολιτικές κινήσεις εικαζόταν ότι συνδέονταν με το δεδομένο ότι οι διαπραγματεύσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή θα κατέληγαν σε ουσιαστικά αποτελέσματα "το πολύ εντός 9 μηνών", όπως διεκήρυττε τότε με βεβαιότητα ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών[9]. Η πραγματικότητα όμως, διέψευσε και συνεχίζει να διαψεύδει την αμερικανική υπεραισιοδοξία.

Η στασιμότητα των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με τους Παλαιστινίους ως επίσης και τα θέματα που ανέκυψαν σχετικά με την  προϋπόθεση που θέτουν οι Ισραηλινοί να δηλωθεί από την Παλαιστινιακή Αρχή ότι αναγνωρίζει τον εβραϊκό χαρακτήρα του Κράτους του Ισραήλ[10], δεν ώθησαν την κυβέρνηση Νετανιάχου να βιασθεί και να επανυποβάλει προς ψήφιση τα νομοσχέδια αυτά τον Νοέμβριο του 2013, όπως αρχικά είχε γίνει γνωστό.

29.1.14

Το πρώτο πολιτικό στίγμα των Κούρδων της Συρίας

*Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 28.01.2014


Θα ήταν παρακινδυνευμένο να πιστέψει κανείς ότι η «Γενεύη-2» θα κατάφερνε να επιλύσει το συριακό πρόβλημα μονομιάς. Ήταν αναμενόμενο το αδιέξοδο στο οποίο κατέληξαν οι συνομιλίες ανάμεσα στους εκπροσώπους τού καθεστώτος Άσαντ και των αραβικών ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης, δεδομένης της ρευστότητας που επικρατεί στο πεδίο των μαχών. Καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει το «πάνω χέρι» στο εσωτερικό τής Συρίας, και ως εκ τούτου, καμία δεν έχει σκοπό να επιδείξει διαλλακτικότητα. Αποτελεί, άλλωστε, δίδαγμα της πείρας ότι ειρηνευτικές συνομιλίες τύπου «Γενεύη-2» ουσιαστικά επικυρώνουν με πολιτικό τρόπο τα στρατιωτικά τετελεσμένα γεγονότα. Με άλλα λόγια, εάν ο συριακός εμφύλιος δεν κριθεί στα πεδία των μαχών, καμία διεθνής ειρηνευτική διάσκεψη δεν προβλέπεται να επιφέρει αφ' εαυτής κανένα αποτέλεσμα ουσίας.
Ανεξαρτήτως, όμως, των απογοητευτικών αποτελεσμάτων των ειρηνευτικών συνομιλιών, αξίζει να επισημανθεί ότι η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη που σημειώθηκε επ' ευκαιρία της «Γενεύης-2» δεν προέρχεται ούτε από το καθεστώς Άσαντ ούτε και από την αραβική αντιπολίτευση.
Μακριά από τα φώτα τής δημοσιότητας και παρά το ότι δεν κατάφεραν να προσκληθούν ως ισότιμοι συνομιλητές και με ξεχωριστό εκπρόσωπο στην Γενεύη, οι Κούρδοι τής Συρίας κατάφεραν να δώσουν το δικό τους πολιτικό στίγμα, δίνοντας το παρών σε αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα χρονική συγκυρία για το μέλλον της χώρας.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ PYD
Το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας PYD (Partiya Yekîtiya Demokrat) υπό την ηγεσία τού Salih Muslim και της Asiya Abdullah, επέδειξε αξιοσημείωτη πολιτική κινητικότητα στα τέλη τού 2013, όταν πλέον είχε οριστικοποιηθεί η διεξαγωγή των συνομιλιών στη Γενεύη για τον Ιανουάριο του 2014. Έχοντας υπό τον έλεγχό του ήδη έναν σημαντικό αριθμό αστικών κέντρων με εξαιρετικά υψηλό ποσοστό συμπαγούς κουρδικού πληθυσμού, από τα περίχωρα της πόλης Afrin βορείως του Χαλεπίου, κατά μήκος της τουρκοσυριακής μεθορίου έως και την πόλη Qamishli στα βορειοανατολικά τής χώρας, ελέγχοντας τα σύνορα με το Κουρδικό Βόρειο Ιράκ, το PYD έσπευσε στις τελευταίες μέρες τού 2013 να δημοσιοποιήσει το πρώτο του κείμενο-διακήρυξη, ονοματίζοντάς το ως «τελικό σχέδιο του Κουρδικού Συντάγματος» [1]. Με την κίνηση αυτή οι Κούρδοι τής Συρίας ουσιαστικά απευθύνονταν προς τις ΗΠΑ, την Ρωσία και τα Ηνωμένα Έθνη που προετοίμαζαν την «Γενεύη-2», θέλοντας να καταστήσουν σαφές ότι ο Κουρδικός παράγοντας είναι έτοιμος να πρωτοστατήσει στον σχηματισμό μιας νέας Συρίας, στο πλαίσιο της οποίας ο κουρδικός παράγοντας θα αποκτήσει διακριτή πολιτική και εδαφική οντότητα.
Οι Κούρδοι τής Συρίας υπό την πολιτική ομπρέλα τού PYD, έχουν ήδη δημιουργήσει –αθόρυβα και με σταθερά βήματα- δικό τους στρατό, δική τους αστυνομία και υποτυπώδη διοικητικό μηχανισμό. Παρατηρώντας εκ των υστέρων τις κουρδικές κινήσεις, από την απαρχή τού συριακού εμφυλίου έως σήμερα, η θέση των Κούρδων τής χώρας θυμίζει σε πολλά την ήδη επικρατούσα πολιτική κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ: ένα κουρδικό «κράτος εν κράτει» στο πλαίσιο ενός ομοσπονδιακά κατακερματισμένου Ιράκ με μια εν πολλοίς ανίσχυρη κεντρική κυβέρνηση με έδρα την Βαγδάτη. Από την άλλη όμως, ως προς τα όρια της «κουρδικής επικράτειας» εντός τού Συριακού εδάφους και την εν γένει βιωσιμότητα της διοικητικής και στρατιωτικής τους παρουσίας, τίποτα ακόμα δεν έχει κριθεί οριστικά.
Ισραηλινός αναλυτής που μετέβη πρόσφατα στη Βορειοανατολική Συρία του PYD, διαπίστωσε ότι, αν και επισήμως οι Κούρδοι φέρονται να ελέγχουν μια σημαντική λωρίδα γης που εκτείνεται στα βόρεια και δυτικά τής χώρας, τα όρια της κυριαρχίας τους αλλάζουν κυριολεκτικά μέρα με τη μέρα. Μπορεί η δίοδος μεταξύ του Κουρδικού Ιράκ και των βορειοανατολικών συριακών συνόρων να είναι ανοικτή αφ' ενός, αφ' ετέρου, όμως, οι δυνάμεις τού Άσαντ είναι αυτές που ελέγχουν την δίοδο από και προς την πόλη Qamishli, την κωμόπολη της Βορειοανατολικής Συρίας η οποία –σύμφωνα με το «Κουρδικό Σύνταγμα» του PYD- φέρεται ότι θα αποτελέσει την μελλοντική πρωτεύουσα της Κουρδικής αυτόνομης περιοχής.
Η επιλογή τού Qamishli ως «πρωτεύουσας» της κουρδικής αυτόνομης περιοχής σε συνάρτηση με την ανεκτικότητα που επιδεικνύει το καθεστώς Άσαντ με το να μην αποκλείει τους οδικούς άξονες που συνδέουν την πόλη με την υπόλοιπη χώρα, αποτελεί μια από τις πολλές ενδείξεις ότι οι σχέσεις τού PYD με το καθεστώς Άσαντ είναι σαφώς ομαλότερες σε σύγκριση με τον σφοδρό ένοπλο αγώνα που μαίνεται ενάντια στις δυνάμεις τής αραβικής αντιπολίτευσης. Από την άλλη, η σχετική ανεκτικότητα που επιδεικνύει το καθεστώς Άσαντ προς τους Κούρδους πρωτίστως σημαίνει ότι ο συριακός στρατός κατά την παρούσα χρονική συγκυρία είναι περισσότερο απασχολημένος με την ισλαμιστική αραβική αντιπολίτευση παρά με τις αυτονομιστικές επιδιώξεις τού PYD και του κουρδικού στοιχείου εν γένει. Αντίστοιχα, όλα δείχνουν ότι ο σημαντικότερος ενδοσυριακός αντίπαλος των Κούρδων είναι οι αραβικές ανταρτικές ομάδες τής αντιπολίτευσης, οι οποίες, όμως, και αυτές είναι περισσότερο απασχολημένες με το καθεστώς Άσαντ.
Δεδομένων των ανωτέρω, οι Κούρδοι της Συρίας φαίνεται πως αυτήν ειδικά την περίοδο έχουν το περιθώριο να αποφεύγουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των συγκρούσεων και να σχεδιάζουν την πολιτική τους θέση στην «επόμενη μέρα» τής Συρίας.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΡΔΩΝ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ
Το σχέδιο του «Κουρδικού Συντάγματος» προβλέπει την διενέργεια βουλευτικών εκλογών έως τον ερχόμενο Απρίλιο, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει η απουσία κάθε φράσης θρησκευτικού περιεχομένου. Η εδαφική περιοχή που ελέγχουν οι Κούρδοι τής Συρίας ονοματίζεται από το σχέδιο του Συντάγματος ως «Δυτικό Κουρδιστάν», διακρίνοντάς το από το «Βόρειο Κουρδιστάν» (Τουρκία), «Νότιο Κουρδιστάν» (Ιράκ), «Ανατολικό Κουρδιστάν» (Ιράν) – εδαφικές περιοχές που όλες μαζί συναποτελούν το «Μεγάλο Κουρδιστάν». Ενώ εκ πρώτης όψεως, αυτή η ορολογία πολιτικής γεωγραφίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως μανιφέστο κουρδικού μεγαλοϊδεατισμού –με αποτέλεσμα να δημιουργήσει αντιδράσεις εκ μέρους τής Τουρκίας κατ' αρχήν και του Ιράν στην συνέχεια- η πολιτική ηγεσία των Κούρδων τής Συρίας ευφυώς τονίζει ότι από διοικητικής απόψεως η Κουρδική αυτόνομη οντότητα της Συρίας δεν επιδιώκει την δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους.

25.12.13

Pax Americana ή τρίτη Ιντιφάντα;


*Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 24.12.2013


Η πρόσφατη απόπειρα βομβιστικής επίθεσης σε αστικό λεωφορείο στο ισραηλινό προάστιο Μπατ-Υάμ (22/12), μόλις λίγα λεπτά από το κέντρο τού Τελ Αβίβ, ανέσυρε παλιές γνωστές μνήμες στην καθημερινότητα των ισραηλινών αστικών κέντρων, με αφορμή μια παρατημένη τσάντα που κίνησε τις υποψίες των επιβατών.
Ενώ η αστυνομία πρόλαβε να εκκενώσει το όχημα και να απομακρύνει τους πεζούς περαστικούς, ο μηχανισμός που είχε τοποθετηθεί επιμελώς ανάμεσα στα καθίσματα του λεωφορείου εξερράγη λίγα λεπτά αργότερα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, χωρίς ευτυχώς να προκαλέσει θύματα ή τραυματίες.
 Επ' ευκαιρία τού ανησυχητικού αυτού συμβάντος αλλά και των ολοένα αυξανόμενων περιστατικών ένοπλης βίας στην Δυτική Όχθη, ο πρώην αρχηγός των Υπηρεσιών Εσωτερικής Κρατικής Ασφαλείας και νυν υπουργός Επιστημών, Τεχνολογίας και Διαστήματος, Υαακόβ Πέρι, σε δηλώσεις του στο κρατικό ραδιόφωνο (23/12) υπήρξε καθησυχαστικός, εκτιμώντας ότι τα κρούσματα αυτά «δεν θα τα χαρακτήριζα ως την απαρχή μιας νέας Ιντιφάντα».
Δεδομένων όμως των περιστάσεων, η εκ νέου αναφορά τής λέξης «Ιντιφάντα», επαναφέρει στο προσκήνιο πλήθος προβληματισμών για το πώς πρόκειται να δρομολογηθούν τα γεγονότα στο άμεσο μέλλον, ενόσω οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής δείχνουν να βρίσκονται σε αδιέξοδο.
Τους τελευταίους τέσσερις μήνες η τοπική επικαιρότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με συμβάντα που δείχνουν μια άλλη, διαφορετική και λιγότερο γνώριμη διάσταση της χρόνιας αραβοϊσραηλινής διένεξης. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι ο «εχθρός» δεν είναι αποκλειστικά ο ένοπλος στρατιώτης ή ο ισλαμιστής βομβιστής αυτοκτονίας. Εχθρός και στόχος είναι και ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο συνάδελφος στην δουλειά, ο γείτονας, ο απρόσωπος γνώριμος. Ο απρόβλεπτος ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί μια νέα ασύμμετρη απειλή, την οποία οι ισραηλινές αρχές ασφαλείας και η κοινή γνώμη χρειάζονται χρόνο, κόπο και ίσως πολλές περαιτέρω απώλειες για να μπορέσουν να διαχειριστούν.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2013, και ύστερα από πολυήμερες έρευνες, ανακαλύφθηκε το πτώμα ενός Ισραηλινού στρατιώτη, ο οποίος στις ημέρες της άδειάς του δούλευε σε ψησταριά στο κεντρικό Ισραήλ, για να συμπληρώσει το εισόδημα των γονιών του. Δολοφονήθηκε από συνάδελφό του Παλαιστίνιο, με τον οποίον δούλευε στην ίδια ψησταριά και είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ο Παλαιστίνιος δράστης σκότωσε τον Ισραηλινό συνάδελφό του με σκοπό να παραδοθεί αργότερα το πτώμα του στις ισραηλινές αρχές με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του φυλακισμένου αδελφού του, που μετείχε σε ένοπλη οργάνωση. Το πτώμα τού στρατιώτη ήταν κρυμμένο σε πηγάδι στα περίχωρα της πόλης Καλκίλια τής Δυτικής Όχθης, ώστε να δοθεί στις αρχές, όταν μια τέτοια ανταλλαγή θα ήταν δυνατή.
Στις 13 Νοεμβρίου 2013 ένας άλλος Ισραηλινός νεοσύλλεκτος μαχαιρώθηκε μέσα σε υπεραστικό λεωφορείο, μπροστά στα μάτια δεκάδων συνεπιβατών του, από έναν νεαρό Παλαιστίνιο ο οποίος βλέποντας να κάθεται μπροστά του κάποιος με στρατιωτική στολή, θέλησε με αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί για την πρόσφατη σύλληψη συγγενούς του από στρατιωτική περίπολο.
Παράλληλα, κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2013 αυξήθηκε κατακόρυφα η συχνότητα των επιχειρήσεων καταστολής από τον ισραηλινό στρατό στην Δυτική Όχθη, με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται συλλήψεις νεαρών διαδηλωτών που κατά το παρελθόν δεν είχαν εμπλακεί σε ένοπλες δραστηριότητες. Κατά τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, τουλάχιστον 19 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από ισραηλινά πυρά στην Δυτική Όχθη από τον Ιούλιο μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2013.
Όπως είναι φυσικό, τόσο τα ισραηλινά όσο και τα παλαιστινιακά ΜΜΕ, τονίζουν με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο την βαρύτητα των βίαιων συμβάντων εντός και εκτός Δυτικής Όχθης, επιβεβαιώνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η μόνη ρεαλιστική λύση για ειρηνική συμβίωση ισραηλινών και παλαιστινίων είναι η μη-συμβίωση και η δημιουργία δύο κρατών, ένα για κάθε λαό - θεώρηση καθ' όλα ρεαλιστική.
Παρά το ότι εστίες έντασης έχουν αρχίσει πλέον να εκδηλώνονται ακόμα και στους άλλοτε πολιτικά «άχρωμους» χώρους δουλειάς, όπου πολύ συχνά συμβιώνουν Εβραίοι και Άραβες κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, και ενώ το ιδεώδες «δύο κράτη-δύο λαοί» προβάλλεται ως η μόνη εφικτή λύση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής ενός τέτοιου μοντέλου κάθε άλλο παρά εύκολες αποδεικνύονται. Ενδεικτικές ως προς αυτό είναι οι πληροφορίες που διέρρευσαν πρόσφατα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές στις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ τού ισραηλινού ραδιοφωνικού σταθμού Arutz Sheva (23/12), επικαλούμενο επώνυμη δημοσιογραφική πηγή και παλαιστινιακούς επίσημους κύκλους που συμμετέχουν στις συνομιλίες, η αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα πιέζει για την υπογραφή τελικής λύσης εντός των επομένων μηνών που θα καθορίζει το τελικό status όχι μόνο των συνόρων των δύο κρατών επί τη βάσει των συνόρων τού 1967 αλλά και το ακανθώδες πρόβλημα της κυριαρχίας επί της Ιερουσαλήμ.

21.11.13

The Jewish Community in a multicultural Turkey: Background and Prospects


The article is published at the 9th Edition of the Middle East Mediterranean Report, ELIAMEP (21.11.2013)
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 9ο Τεύχος της επιθεώρησης Middle East Mediterranean Report, ΕΛΙΑΜΕΠ (21.11.2013)


the Neve Shalom Synagogue in Istanbul

While other Jewish Communities in Europe have suffered the results of the Holocaust, the Ottoman liberal policy towards the Jewish population as well as Ankara's neutrality during World War II turned Turkey to be a 'safe haven' for the Jews. Despite the fact that Kemalist secularism regulated reservations over religious teaching and imposed higher taxation, the Jewish Community of the country managed to remain alive during the 30s' and 40s'. 

With the Proclamation of Israel's Independence in 1948, a great percentage of Turkish Jews emigrated to Israel. According to the World Jewish Congress[1] and the Turkish Jewish Community[2] official figures, between the years 1948 and 1951, 37,000 out of a total of 75,000 Turkish Jews emigrated to Israel ("Big Turkish Aliya"). Since 1948 a total of 61,221 Turkish Jews have emigrated to Israel, while today a small population of 26,000 Jews are living in the country, most of them in Istanbul and fewer in other Turkish cities such as Izmir (est. 2,300)[3], Ankara, Bursa, Adana, Kirklareli, Iskenderun and a tiny Arab-speaking Jewish Community of 10 families in Antakya[4].

Compared to other Muslim countries where Jewish Communities still exist, the Jewish Community in Turkey did not become a reason of any political or cultural conflict whatsoever between Ankara and Tel Aviv. Throughout the decades, both Turkish and Israeli government officials and entrepreneurs managed to keep away this delicate 'religion variable' from the flourishing Turkish-Israeli strategic and financial relations during the 80s' and the 90s'. Anti-Semitic sentiments within the Turkish society caused by the continuous Arab-Israeli conflict did not succeed to influence the mainly secular and affiliated to the Turkish upper middle-class Jewish Community.


The gradual pro-Arab steps of the AKP administration combined with the new Turkish doctrine towards the Middle East and the Arab world have dramatically influenced the Turkish-Israeli relations. The Mavi Marmara incident on May 31, 2010 was the catalyst and anti-Jewish sentiments have been expressed by a great part of the Turkish society, regardless of the degree of religiosity.

The Jewish Community of Turkey suddenly found itself under extraordinary circumstances, given that for the first time Turkish citizens have become victims of the Israeli armed forces. The first –and last- declaration made by the Chief Rabbinate of Istanbul on the Mavi Marmara incident has been very careful : "We are distressed to learn of the military intervention carried out against the ship Mavi Marmara which was heading toward Gaza. The fact that, according to the first reports we have received, there have been dead and wounded in the intervention, has increased our sorrow all the more. We fully share our country’s reaction generated by the stopping of the aforementioned (humanitarian relief) effort in this manner and our sorrow is the same as that of the general public." It was obvious to the Jewish official bodies of Turkey that keeping a low-profile would ensure the traditionally centuries-old good relations with the 99,8% Muslim majority of the Turkish society.


Despite the political and social adversities that the Jewish Community of Turkey has faced since the Mavi Marmara incident in 2010[5] and although the Israeli authorities were getting prepared to accept an increased number of Turkish Jews due to the political developments that followed[6], the official figures provided by the Israeli Ministry of Immigrant Absorption prove that the average Turkish citizen of Jewish origin is still not willing to expatriate.
According to the official Israeli statistics, the Turkish "Olim Hadashim" (New Jewish Immigrants to Israel) in 2009[7], a year before the Mavi Marmara incident, were 150. This tendency remained stable in 2010[8] (155 migrants), while the following years the Jewish migration from Turkey was decreasing : 111 Turkish Jews migrated to Israel in 2011[9], 73 in 2012[10] and during the first 8 months of 2013[11] the total number of Turkish 'Olim' was only 47.


13.10.13

Αναμένοντας το πράσινο φως - Η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ εν μέσω περιφερειακής ρευστότητας

* Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 13.10.2013  

Ύστερα από τρία χρόνια ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης, και ενώ ο ενεργειακός άξονας Ισραήλ-Κύπρου ενισχύεται, θα ανέμενε κανείς ότι τα αποτελέσματα της πρώτης συνεδρίασης του ελληνοϊσραηλινού Κοινού Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στο Ισραήλ, θα ήταν σημαντικότερα από την υπογραφή δύο συμφωνιών δευτερεύουσας σημασίας (τουρισμός και κινηματογραφικές συμπαραγωγές), ενώ την ίδια στιγμή, για τα σοβαρά ζητήματα, μεταξύ των οποίων η ενεργειακή συνεργασία των δύο χωρών, υπεγράφησαν τελικώς λακωνικές κοινές διακηρύξεις.
Ωστόσο, μια προσεκτικότερη θεώρηση των πρόσφατων περιφερειακών εξελίξεων και του πλέγματος των σχέσεων των χωρών τής περιοχής, θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί τελικά η περίπτωση της συνεργασίας Κύπρου-Ισραήλ διαφέρει σε πολλά από την επιδιωκόμενη αντίστοιχη σύμπραξη Ελλάδας-Ισραήλ στον τομέα της ενέργειας.
Το περιφερειακό γίγνεσθαι και η συνεχιζόμενη απόκλιση Ισραήλ-Τουρκίας
Η απόκλιση στις σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας από το επεισόδιο του Mavi Marmara πριν από μια τριετία συνεχίζεται, η εσωτερική κατάσταση στην Αίγυπτο παραμένει τεταμένη, ο αιματηρός εμφύλιος στην Συρία μαίνεται και η πρόσφατη ελαφρά μεταστροφή τής Τεχεράνης -υπό τον φόβο ενός δυτικού κτυπήματος σε συνάρτηση με φαινόμενα εσωτερικής αποσταθεροποίησης, κατά τα πρότυπα της Συρίας- δείχνει να εντυπωσιάζει τις ΗΠΑ. Από την άλλη, η Ρωσία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην περιοχή, χωρίς όμως να έχει την δυνατότητα -ή τη βούληση- να αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να διεθνοποιήσουν πιο δραστικά την ποικιλοτρόπως εκπεφρασμένη στήριξή της στο καθεστώς Άσαντ.
Όλα αυτά τα δεδομένα –και ύστερα από απλή ανάγνωση του γεωπολιτικού χάρτη τής περιοχής κατά την πρόσφατη τριετία- έχουν καταστήσει το Ισραήλ περισσότερο ευάλωτο από στρατηγικής απόψεως.
Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Νετανιάχου δείχνει να μην εισακούεται όσο θα επιθυμούσε ούτε από τα διεθνή φόρα ούτε από την προστάτιδα Ουάσιγκτον όσον αφορά την ιρανική πυρηνική απειλή. Η Άγκυρα δείχνει όλο και περισσότερο απρόθυμη να επανακάμψει από την επιλογή της να δυσχεράνει τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις μετά το επεισόδιο του Mavi Marmara, μη αποδεχόμενη να εξεύρει συμβιβαστική λύση για την αποζημίωση των συγγενών των θυμάτων, ενώ συγχρόνως τροφοδοτεί την τουρκική κοινή γνώμη με τα πρακτικά των καταθέσεων των αυτοπτών μαρτύρων τού αιματηρού εκείνου επεισοδίου στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται στην Τουρκία με κατηγορουμένους ερήμην τους ισραηλινούς αξιωματικούς που είχαν τεθεί επικεφαλής τής στρατιωτικής επιχείρησης κατάληψης του τουρκικού πλοίου. Η χερσόνησος του Σινά, έχοντας μετατραπεί σε θέατρο επιχειρήσεων μεταξύ του αιγυπτιακού στρατού και ενόπλων ισλαμιστικών ομάδων, σε τίποτα δεν θυμίζει την καθησυχαστική κατάσταση που επικρατούσε στην μεθόριο Ισραήλ-Αιγύπτου πριν την κατάρρευση του καθεστώτος Μουμπάρακ.
Όλα αυτά τα δεδομένα δείχνουν να κυοφορούν μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση, την οποία αργά ή γρήγορα το Ισραήλ θα κληθεί να αντιμετωπίσει, πλην όμως όλα δείχνουν πως αυτή η στιγμή δεν ανάγεται στο αμέσως προσεχές διάστημα. Συγκεκριμένα, η πυροσβεστική παρέμβαση του ΟΗΕ όσον αφορά τον έλεγχο του υπάρχοντος χημικού οπλοστασίου εντός τής συριακής επικράτειας, αλλά και η διαφαινόμενη στρατιωτική «ακινητοποίηση» της Χεζμπολάχ στον Λίβανο – η οποία επιδεικνύει εσωστρέφεια, υπακούοντας αφ' ενός στις ιρανικές παραινέσεις και αφ' ετέρου επιθυμώντας να διασκεδάσει τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες της καταλογίζεται ενεργός δράση στον συριακό εμφύλιο - έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα το Ισραήλ να κερδίζει χρόνο.
Ο χρόνος, όμως, αποτελεί ένα μέγεθος πεπερασμένο και το μόνο που επιτυγχάνει είναι να μεταθέτει τα προβλήματα, χωρίς να τα επιλύει.
Είναι γεγονός ότι χωρίς το «μαξιλάρι ασφαλείας» τής Τουρκίας, οι αμυντικές ανάγκες τού Ισραήλ πολλαπλασιάζονται. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι τα ισραηλινά think tanks, ήδη από τις πρώτες ενδείξεις τής τουρκοϊσραηλινής ρήξης, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου προς την ισραηλινή κυβέρνηση, εκφράζοντας κατά τρόπο ξεκάθαρο ότι είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα ο άξονας Ισραήλ-Τουρκίας.
Η Τουρκία, όμως, ζητά ανταλλάγματα, καθιστώντας ξεκάθαρη την θέση της τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς τις ΗΠΑ, ότι χωρίς την ενεργό και επικερδή παρουσία της στον νέο ενεργειακό χάρτη που διαμορφώνεται στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η Άγκυρα θα συνεχίζει να αφήνει έκθετη την ισραηλινή άμυνα. Απόδειξη αποτελεί η εμμονή τής Τουρκίας να καλλιεργεί αρνητικό κλίμα κατά του Ισραήλ, ενώ είναι ηλίου φαεινότερον ότι σε περίπτωση διευθέτησης του ζητήματος των κυπριακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου υπέρ της, η Τουρκία θα είχε ήδη αποδεχθεί τις οικονομικές αποζημιώσεις των θυμάτων τού Mavi Marmara που η ισραηλινή κυβέρνηση έχει ήδη εγκρίνει και αυτή η δυσάρεστη παρένθεση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις θα είχε προ πολλού ξεχαστεί.

22.8.13

Γιατί επιμένουν οι ΗΠΑ;

* Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 22.08.2013
Οι μέρες που προηγήθηκαν της δεύτερης συνάντησης των ισραηλινών και παλαιστινίων διαπραγματευτών στις 14 Αυγούστου στην Ιερουσαλήμ επιβεβαίωναν τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις των πολιτικών αναλυτών. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Παλαιστινιακή Αρχή, με δηλώσεις και πράξεις, φρόντιζαν να ηλεκτρίσουν το κλίμα, δίνοντας σαφές μήνυμα τόσο στο εσωτερικό όσο και στην αμερικανική διαμεσολάβηση ότι το αδιέξοδο είναι αναπόφευκτο. Συγκεκριμένα, η ισραηλινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προβαίνει άμεσα σε διαγωνισμό για την ανέγερση οικιστικών μονάδων σε εβραϊκούς οικισμούς εντός της Δυτικής Όχθης, ως επίσης και στην οικονομική ενίσχυση των υπαρχόντων, προκαλώντας, όπως ήταν φυσικό, αρνητικές αντιδράσεις τόσο στη Ραμάλα όσο και στην Ουάσιγκτον. Από την άλλη πλευρά, η Παλαιστινιακή Αρχή δεν απέφυγε να διαμορφώσει τις τελευταίες μέρες έντονο κλίμα αλυτρωτισμού, με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, πριν από την έναρξη του οποίου ακούστηκαν τραγούδια με στίχους που μιλούσαν για την απελευθέρωση όλης της Παλαιστίνης «από τη Γαλιλαία μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα».

Παρά το ότι οι πολιτικές ηγεσίες τόσο του Ισραήλ όσο και της Παλαιστινιακής Αρχής μέχρι τώρα δείχνουν κάθε μια με τον δικό της τρόπο ότι εν τέλει δεν επιθυμούν να διαπραγματευθούν, η αμερικανική δυναμική ασκεί πιέσεις ένθεν κακείθεν για το αντίθετο.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζων Κέρυ πιέζει τους Παλαιστινίους να μην εγκαταλείψουν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υποβαθμίζοντας την απόφαση του Ισραήλ να επεκτείνει την οικοδομική του δραστηριότητα στη Δυτική Όχθη, χαρακτηρίζοντάς την αναμενόμενη και εκ προοιμίου γνωστή.
Παράλληλα, ασκήθηκαν πιέσεις και στην κυβέρνηση Νετανιάχου να μην υποκύψει περισσότερο στις απαιτήσεις της δεξιάς πτέρυγας του κυβερνητικού συνασπισμού. Άλλωστε, δεν ήταν τυχαίο ότι αμερικανικοί κύκλοι, ακριβώς την προηγουμένη της συνάντησης της 14ης Αυγούστου, άφησαν να διαρρεύσει στον ισραηλινό και παλαιστινιακό Τύπο δήλωση off the record του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, σύμφωνα με την οποία εάν η ισραηλινή κυβέρνηση συνεχίσει να προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες «η ευθύνη μιας ενδεχόμενης αποτυχίας θα καταλογισθεί αποκλειστικά στο Ισραήλ, προκαλώντας χιονοστιβάδα αρνητικών αντιδράσεων, απομονώνοντας τη χώρα διεθνώς». Μια πρώτη γεύση των κυρώσεων που θα πρέπει να αναμένει το Ισραήλ ήρθε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποφάσισε να σταματήσει τις οικονομικές της συναλλαγές με ισραηλινές εταιρείες που ασκούν οιαδήποτε δραστηριότητα στην Δυτική Όχθη, στα Υψώματα του Γκολάν και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, ενώ παράλληλα είναι ενδεχόμενο ότι τα ισραηλινά ερευνητικά πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν θα χρηματοδοτηθούν με ευρωπαϊκούς πόρους του προγράμματος Horizon 2020, πλήττοντας ποικιλοτρόπως την διεθνή εικόνα αλλά και την οικονομία της χώρας.
Έτσι, παρά το αρνητικότατο κλίμα που δημιουργείτο μέρα με τη μέρα μεταξύ Ιερουσαλήμ και Ραμάλα, η συνάντηση των διαπραγματευτικών ομάδων πραγματοποιήθηκε κανονικά όπως είχε προγραμματισθεί. Το περιεχόμενο των θεμάτων που συζητήθηκαν στην πεντάωρη συνάντηση δεν έγινε γνωστό. Το δελτίο τύπου που εξεδόθη μετά το πέρας της αρκέστηκε να αναφέρει ότι «τα ζητήματα συζητήθηκαν επί σοβαρής βάσεως», δημιουργώντας εύλογες απορίες, αφού Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι αξιωματούχοι αρνούνταν πεισματικά να επεκταθούν περαιτέρω.
Είναι σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν πολύ σημαντικές τις παρούσες ισραηλινοπαλαιστινιακές συνομιλίες. Η θεώρηση αυτή δεν βασίζεται στην λίγο έως πολύ γνωστή πολιτική συγκυρία στην εσωτερική πολιτική σκηνή του Ισραήλ ή της Παλαιστινιακής Αρχής, όσο λόγω της περιφερειακής πραγματικότητας που είναι εύθραυστη περισσότερο από ποτέ:
Η αμφίρροπη κατάσταση στον συνεχιζόμενο συριακό εμφύλιο, για την ώρα έχει επιβάλλει στάση αναμονής στη Δύση και στη Ρωσία. Η οργάνωση Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο απομονώνεται ολοένα και περισσότερο, πληρώνοντας το τίμημα της φερόμενης ανάμιξής της στα εσωτερικά της Συρίας. Η πολιτειακή ανατροπή στην Αίγυπτο και οι έντονες εσωτερικές συγκρούσεις στη χώρα έχουν ως αποτέλεσμα την ολοένα και περισσότερο αισθητή πολιτική απομόνωση της Χαμάς στη Γάζα. Παράλληλα, η εκρηκτική κατάσταση στο Σινά, όπου οι ένοπλες ομάδες των ακραίων σαλαφιστών ενισχύουν την στρατιωτική τους παρουσία στην ισραηλινοαιγυπτιακή μεθόριο, δημιουργεί προϋποθέσεις παρασκηνιακής συνεργασίας μεταξύ των αιγυπτιακών και ισραηλινών επιτελείων – γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε με τα έκτακτα μέτρα ασφαλείας που έλαβε το Ισραήλ στο θέρετρο Εϊλάτ, λίγες ώρες πριν την (όχι και τόσο αιφνιδιαστική) πυραυλική επίθεση στο Νότιο Ισραήλ. Τέλος, η νέα ιρανική ηγεσία υπό τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί δείχνει να επιθυμεί να ξεχάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τις κατά καιρούς προκλητικές δηλώσεις τού τέως προέδρου Αχμεντινατζάντ, υιοθετώντας διαλλακτικότερη στάση έναντι της Ουάσιγκτον.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, λοιπόν, η Ουάσιγκτον πιστεύει ότι η εσωτερική αστάθεια στις γειτονικές αραβικές χώρες, η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και της Χαμάς και η ιρανική βαθμιαία διαλλακτικότητα, δίνουν το περιθώριο στο Ισραήλ να επικεντρώνεται στην αμιγώς διμερή διάσταση του ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και να αισθάνεται σίγουρο ότι οι περιφερειακές ανακατατάξεις βρίσκονται για την ώρα υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.

12.8.13

Η Ειρήνη του "Ναι" και του "Όχι" - Οι πρόσφατες συνταγματικές αλλαγές στο Ισραήλ ενόψει των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων

*Δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 11.08.2013
Η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών Ισραήλ-Παλαιστινιακής Αρχής αδιαμφισβήτητα συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ τον περασμένο Ιούλιο. Παρ' όλ' αυτά, δεν είναι αδικαιολόγητη η διάχυτη απαισιοδοξία των πολιτικών αναλυτών ότι ο στόχος που τέθηκε από την αμερικανική ηγεσία για εξεύρεση συνολικής λύσης εντός των επομένων 9 μηνών, είναι τουλάχιστον ουτοπικός.
Ανεξάρτητα από τον βαθμό αισιοδοξίας που υιοθετεί η παρούσα πολιτική ηγεσία στο Ισραήλ, οι πρώτες πολιτικές κινήσεις του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου μετά την επίσημη έναρξη των συνομιλιών στην Ουάσιγκτον, παραδόξως στοχεύουν στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Όλα δείχνουν πως η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών εκλαμβάνεται ως καταλύτης για σημαντικές ανακατατάξεις στους κανόνες λειτουργίας του ισραηλινού πολιτικού συστήματος εν γένει.
Κατά τρόπο ασυνήθιστα βιαστικό, μια μόλις ημέρα μετά την πρώτη συνάντηση των Ισραηλινών και Παλαιστινίων διαπραγματευτών στην Ουάσιγκτον, η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε σε χρόνο-ρεκόρ να υποβάλλει προς ψήφιση νομοθετήματα συνταγματικής ισχύος, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι όσο θα διαρκούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες και σε περίπτωση εξεύρεσης πολιτικής λύσης με την Παλαιστινιακή Αρχή, το ισραηλινό πολιτικό σύστημα πρέπει να είναι ήδη έτοιμο θεσμικά ούτως ώστε να καταστεί δυνατό να ληφθούν άμεσα σημαντικές αποφάσεις που θα κρίνουν το μέλλον του κράτους, την εδαφική του κυριαρχία και τα νέα του σύνορα. Ως δεύτερο ζητούμενο προβλήθηκε η διασφάλιση των αναγκαίων εκείνων προϋποθέσεων που θα εξασφαλίσουν εσωτερική πολιτική σταθερότητα.
Έτσι μόνο ερμηνεύεται η αιφνιδιαστική υποβολή προς ψήφιση στο ισραηλινό κοινοβούλιο δύο νομοσχεδίων συνταγματικής ισχύος που αφορούν αφ' ενός την αναθεώρηση του «Θεμελιώδους Νόμου περί Διακυβέρνησης» και αφ΄ ετέρου την εισαγωγή του «Θεμελιώδους Νόμου περί Δημοψηφισμάτων» – και δη την τελευταία μόλις ημέρα της τρέχουσας Τακτικής Συνόδου της Κνέσετ (31/7).


Ο διπλασιασμός του εκλογικού πλαφόν
Ο συνταγματικής ισχύος «Θεμελιώδης Νόμος περί Διακυβέρνησης» μεταξύ άλλων ρυθμίζει επιμέρους ζητήματα σχετικά με το εκλογικό σύστημα που εφαρμόζεται στις ισραηλινές βουλευτικές εκλογές. Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα παραμένει σταθερό από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα. Υιοθετεί την απλή αναλογική με ενιαία περιφέρεια, απαιτώντας ένα ελάχιστο ποσοστό ψήφων σε όλη την επικράτεια (πλαφόν) προκειμένου ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός κομμάτων να αποκτήσει έδρες στο κοινοβούλιο (Κνέσετ). Το πλαφόν που ίσχυε από τις πρώτες εκλογές (1949) έως το 1992 ισοδυναμούσε με μόλις το 1% των έγκυρων ψηφοδελτίων εφ' όλης της επικράτειας. Το 1992 αυξήθηκε στο 1,5%, ενώ από το 2003 έως και σήμερα απαιτείται πλαφόν της τάξεως του 2%. Με την πρόσφατη αναθεώρηση, επιδιώκεται ο διπλασιασμός του ισχύοντος πλαφόν, από 2% σε 4% επί των εγκύρων ψηφοδελτίων.
Ο διπλασιασμός του εκλογικού πλαφόν, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των μικρών κοινοβουλευτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Τα κύρια «θύματα» της νέας ρύθμισης είναι τα αμιγώς αραβικά κόμματα της Αριστεράς (Ράαμ-Ταλ-Μάντα και Μπάλαντ), το δικοινοτικό αριστερό κόμμα Χαντάς (το οποίο εκπροσωπείται από Εβραίους και Άραβες βουλευτές), το αριστερό κόμμα Μέρετς και το δεξιό θρησκευτικό κόμμα των Υπερορθόδοξων Εβραίων «Εβραϊσμός της Τορά». Τα κόμματα αυτά, τα οποία λόγω της μικρής τους εκλογικής δύναμης εκπροσωπούνται στην Κνέσετ χάρη στη διατήρηση του χαμηλού πλαφόν του 2%, με αυτήν την αλλαγή βλέπουν το κοινοβουλευτικό τους μέλλον να απειλείται. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συζήτηση επί του νομοσχεδίου, πολλοί βουλευτές τους αφού έλαβαν το λόγο, ανέβηκαν στο βήμα και σε ένδειξη διαμαρτυρίας έμειναν βουβοί για όλο το τρίλεπτο που τους αναλογούσε. Οι Άραβες βουλευτές υποστήριξαν ότι με τον διπλασιασμό τού εκλογικού πλαφόν επιδιώκεται ο εξοβελισμός τους από την κοινοβουλευτική ζωή της χώρας - διαπίστωση που υποστήριξε και η αρχηγός του εβραϊκού αριστερού κόμματος Μέρετς, Ζαχάβα Γκαλόν. Αντίστοιχα, οι Υπερορθόδοξοι βουλευτές, χαρακτήρισαν βαθύτατα αντιδημοκρατική οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία κατά την οποία θα θεωρείται νόμιμο να αγνοείται έστω και μια ψήφος.
Από την άλλη πλευρά, εντυπωσιακή υπήρξε η υποτονική αντίδραση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Συγκεκριμένα, το Κόμμα των Εργατικών υπό την Σέλι Γιεχιμόβιτς, εκ του ασφαλούς καταψήφισε τον διπλασιασμό του εκλογικού πλαφόν, γνωρίζοντας ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός συγκέντρωνε ούτως ή άλλως την απαιτούμενη απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (60+1 της 120μελούς Κνέσετ). Πολιτικά μιλώντας, όμως, είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η εξέλιξη θα έχει ως αποτέλεσμα το Κόμμα των Εργατικών να οικειοποιηθεί ευκολότερα τις αριστερές ψήφους του κόμματος Μέρετς και να αποκτήσει με αυτόν τον τρόπο ξανά την χαμένη «αριστερή αίγλη» που απολάμβανε τις προηγούμενες δεκαετίες. Όσον αφορά δε τα κόμματα της συγκυβέρνησης, η σύμπνοιά τους ήταν δεδομένη καθότι οι πολιτικές δυνάμεις που την απαρτίζουν έχουν συναφή εκλογική δυναμική υπό τις παρούσες συγκυρίες.

30.7.13

Το Ισραήλ στις ειρηνευτικές συνομιλίες : Πού αρχίζει και πού τελειώνει η διαπραγματευτική ενδοτικότητα

*δημοσιεύθηκε στην ελληνική διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs την 29.07.2013 
Η ισραηλινή πολιτική επικαιρότητα, λίγες μόλις ώρες πριν την επανέναρξη των προπαρασκευαστικών επαφών Ισραηλινών και Παλαιστινίων στην Ουάσιγκτον, ελάχιστα ασχολήθηκε με το καθαυτό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων με την Παλαιστινιακή Αρχή. Ο λόγος ήταν η αιφνιδιαστική ανοικτή επιστολή του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου προς τους πολίτες της χώρας το βράδυ του Σαββάτου (27/7), με την οποία ανακοίνωνε την απόφασή του να απελευθερωθούν 104 παλαιστίνιοι κρατούμενοι που είχαν αναμιχθεί άμεσα και έμμεσα σε επιθέσεις αυτοκτονίας κατά ισραηλινών πολιτών κατά τις τελευταίες δεκαετίες και πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Όσλο. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το Ισραήλ κατά τα τελευταία εικοσιτετράωρα είχε δεχθεί εντονότατες διπλωματικές πιέσεις από τις ΗΠΑ προκειμένου να προβεί σε αυτήν την παραχώρηση, με αντάλλαγμα την τελική επιβεβαίωση της συμμετοχής των Παλαιστινίων στις διαπραγματεύσεις, που είχαν παγώσει την τελευταία τετραετία.
Ισραηλινοί διαδηλώνουν έξω από την Πρωθυπουργική κατοικία στην Ιερουσαλήμ ενάντια στην απελευθέρωση Παλαιστινίων κρατουμένων, κρατώντας πλακάτ με τη φράση : "Τρελαθήκαμε; Δεν απελευθερώνουμε φονιάδες"
φωτ. εφημερίδα Ha'Αretz, 28.07.2013

Η απελευθέρωση παλαιστινίων κρατουμένων που είχαν φυλακισθεί και καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη για ένοπλες επιθέσεις κατά ισραηλινών – στρατιωτών και πολιτών- δεν αποτελεί καινούργια πρακτική. Κατά το παρελθόν το Ισραήλ απελευθέρωσε κρατουμένους είτε προκειμένου να τους ανταλλάξει με τον στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ που κρατείτο όμηρος από τη Χαμάς είτε ακόμα και με τις σωρούς ισραηλινών στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί σε ενέδρα της Χεζμπολάχ στο Βόρειο Ισραήλ. Και στις δύο αυτές πιο πρόσφατες περιπτώσεις, η λίστα των κρατουμένων που απελευθερώθηκαν συμπεριελάμβανε αποκλειστικά παλαιστινίους της Δυτικής Όχθης και της Γάζας και η σχετική απόφαση απελευθέρωσής τους λαμβάνονταν είτε κατόπιν διαπραγματεύσεων είτε ως επίλογος παρατεταμένων ενόπλων επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η τωρινή απόφαση απελευθέρωσης των κρατουμένων περιέχει δύο βασικές καινοτομίες :
Η πρώτη καινοτομία συνίσταται στο ότι η απελευθέρωση των κρατουμένων πραγματοποιείται όχι μέσα στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης αλλά με σκοπό να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και μάλιστα χωρίς να λαμβάνεται οποιοδήποτε «αντάλλαγμα», όπως γινόταν έως τώρα. Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου φέρεται μάλιστα ότι δεν κατάφερε να λάβει ως «αντάλλαγμα» την απελευθέρωση του ισραηλινού κατασκόπου Τζόναθαν Πόλαρντ, ο οποίος κρατείται σε φυλακές των ΗΠΑ με την κατηγορία ότι δρούσε κατά των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων και προς όφελος των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Αυτή η πληροφορία, σε συνδυασμό με την αρνητική στάση της κοινής γνώμης ως προς την απελευθέρωση των κρατουμένων, «χρεώνει» αρνητικά το πρόσωπο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Η δεύτερη καινοτομία συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ αρχικά στον κατάλογο των κρατουμένων που θα απελευθερώνονταν συμπεριλαμβάνονταν 82 παλαιστίνιοι ισοβίτες που προέρχονταν αποκλειστικά από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, το Ισραήλ υπέκυψε στις αμερικανικές πιέσεις και τελικά συμφώνησε να συμπεριληφθούν στη λίστα και ισραηλινοί πολίτες αραβικής καταγωγής, οι οποίοι είχαν καταδικασθεί από τα ισραηλινά δικαστήρια και υπό το νομικό σύστημα που διέπει όλους τους πολίτες της χώρας, ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των υπό απελευθέρωση κρατουμένων στους 104. Έτσι, και όπως ορθά σχολίασαν οι πολιτικοί επικριτές του Νετανιάχου, αυτή του η απόφαση τινί τρόπω αναιρεί τις αποφάσεις των δικαστηρίων της χώρας, παρακάμπτει την νόμιμη διαδικασία παροχής αμνηστίας – που αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Προέδρου- και ανοίγει πλήθος νομικά ζητήματα σχετικά με την έννομη σχέση που συνδέει τους αραβικής καταγωγής ισραηλινούς πολίτες -που διαβιούν στο εσωτερικό της χώρας και υπάγονται στο ισραηλινό δίκαιο- με την Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία νομικά δεν έχει καμία δικαιοδοσία επί των συγκεκριμένων κρατουμένων (και ισραηλινών υπηκόων) που πρόκειται να απελευθερωθούν.
Η συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυριακής (28/7) υπήρξε θυελλώδης και παρά το ότι η απόφαση για την απελευθέρωση των 104 παλαιστινίων κρατουμένων εν τέλει εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία, διαφάνηκαν ξεκάθαρα οι διαφορές που καθιστούν εξαιρετικά ευάλωτο τον παρόντα κυβερνητικό συνασπισμό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Ο Βενιαμίν Νετανιάχου κλήθηκε να αντιμετωπίσει έντονες επικρίσεις από το ίδιο του το κόμμα και από υπουργούς που διόρισε αφ' ενός, και αφ΄ετέρου ο βασικός κυβερνητικός του εταίρος Ναφτάλι Μπένετ (Πρόεδρος του δεξιού κόμματος Εβραϊκή Εστία) τέθηκε επικεφαλής συγκέντρωσης διαμαρτυρίας έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, στην οποία συμμετείχαν συγγενείς των ισραηλινών θυμάτων, διαμαρτυρόμενος για την επικείμενη απελευθέρωση των παλαιστινίων κρατουμένων. Από την άλλη πλευρά, όμως, τόσο ο Ναφτάλι Μπένετ όσο και οι άλλοι κομματικοί μηχανισμοί που διαφωνούσαν με την απόφαση απελευθέρωσης των κρατουμένων, ούτε αποχώρησαν από την κυβέρνηση, ούτε προσέβαλαν νομικά την ιδιότυπη αυτή «αμνηστία» που δόθηκε σε ισραηλινούς πολίτες αραβικής καταγωγής, παρά τη νομική της πλημμέλεια και τα βασικά θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα που αφήνει ανοιχτά.


29.7.13

Η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών Ισραήλ - Παλαιστινιακής Αρχής : Δεδομένα και Εκτιμήσεις

* δημοσιεύθηκε στην Έκτακτη Έκδοση του ΚΕΜΜΕΠ (23.07.2013)


Απόψε το βράδυ στην Ουάσιγκτον θα πραγματοποιηθούν οι προκαταρκτικές επαφές μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων προκειμένου να προετοιμαστεί το έδαφος για την επανέναρξη των συνομιλιών με σκοπό την επίτευξη τελικής και συνολικής πολιτικής διευθέτησης  που θα πραγματώνει τη λύση "δύο εθνών-δύο κρατών". Ύστερα από εντατικές διπλωματικές επαφές του Αμερικανού Υπουργού  Εξωτερικών Τζων Κέρυ, με  εφαλτήριο την επίσκεψη Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή τον Μάρτιο του 2013, η ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής του Αμπού Μάζεν και η κυβέρνηση συνασπισμού της οποίας ηγείται ο Μπινιαμίν Νετανιάχου καλούνται να "σπάσουν τον πάγο" τεσσάρων ετών στασιμότητας.

Προτού όμως οι πολιτικές ηγεσίες του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής καταφέρουν να "σπάσουν τον πάγο" ανάμεσά τους, τόσο ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός όσο και ο Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής καλούνται να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τις εκ διαμέτρου αντίθετες "κόκκινες γραμμές" που τίθενται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό ένθεν και ένθεν.  Παράλληλα, και ύστερα από την κατάρρευση του καθεστώτος Μούρσι στην Αίγυπτο που θα μπορούσε να αποτελέσει τον κατάλληλο διαμεσολαβητή, η ηγεσία της Χαμάς ακόμα μια φορά τίθεται εκτός νυμφώνος.


Το Ισραήλ

Το κύριο σημείο απόκλισης ανάμεσα στα κόμματα που συναποτελούν τον παρόντα ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό είναι η παύση ή μη της κυβερνητικής οικοδομικής δραστηριότητας στη Δυτική Όχθη, είτε υπό την μορφή της "φυσικής επέκτασης" των ήδη υφιστάμενων εβραϊκών οικισμών και προαστίων της ευρείας περιοχής Ιεροσολύμων, είτε υπό την μορφή δημιουργίας νέων οικισμών στα Κατεχόμενα.

Η Ισραηλινή κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Μπινιαμίν Νετανιάχου

Το δεξιό κόμμα "Χα'Μπάιτ Χα'Ιουντί" ("Εβραϊκή Εστία")  που ελέγχει Υπουργεία-κλειδιά που άπτονται άμεσα της συνέχισης ή μη της οικιστικής δραστηριότητας στη Δυτική Όχθη (Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπουργείο για θέματα Ιερουσαλήμ και Εβραϊκής Διασποράς, Υπουργείο Θρησκευμάτων, Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδόμησης) αντέδρασε άμεσα, δηλώνοντας τόσο δια του ηγέτη του Ναφτάλι Μπένετ, όσο και δια των Υπουργών του ότι σε καμία περίπτωση δεν θα συναινέσει στην διακοπή του εποικιστικού προγράμματος ενόσω  θα διαρκούν οι συνομιλίες. Οι δηλώσεις αυτές εντάθηκαν ακόμα περισσότερο απειλώντας την κυβερνητική συνοχή, όταν διέρρευσαν στον ισραηλινό Τύπο πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός φέρεται να δεσμεύθηκε σε Αμερικανούς αξιωματούχους ότι το Ισραήλ θα εφαρμόσει την τακτική του "σιωπηρού παγώματος" της εποικιστικής διαδικασίας και ότι η περιοχή Ε-1 στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ δεν θα ανοικοδομηθεί. Η στάση αυτή του κόμματος  της "Εβραϊκής Εστίας" πρέπει να θεωρηθεί αναμενόμενη, δεδομένων των προεκλογικών του διακηρύξεων, σύμφωνα με τις οποίες οι Περιοχές Α και Β της Δυτικής Όχθης θα πρέπει να αναγνωρισθούν από το Ισραήλ μονομερώς ως "Παλαιστινιακό Κράτος" και παράλληλα η Περιοχή C της Δυτικής Όχθης να προσαρτηθεί στο Ισραήλ, διατηρώντας στρατιωτική παρουσία στην μεθόριο με την Ιορδανία – άποψη με την οποία η πλειονότητα των εβραίων εποίκων συμφωνεί.    

Στον αντίποδα τάσσεται η Υπουργός Δικαιοσύνης Τσίπι Λίβνι, Πρόεδρος του κεντροαριστερού κόμματος "Χα'Τνουά"  και επιτετραμμένη για την πρόοδο των συνομιλιών με τους Παλαιστινίους, θεωρώντας ότι η ισραηλινή πλευρά θα πρέπει να δείξει σημεία καλής θέλησης προκειμένου να επιστρέψει η Παλαιστινιακή ηγεσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά και για να μην απομονώνεται διπλωματικά το εβραϊκό κράτος, τη στιγμή που οι εξελίξεις στη Συρία και στην Αίγυπτο είναι ρευστές, η ιρανική πυρηνική απειλή είναι υπαρκτή και το στρατιωτικό οπλοστάσιο της Χαμάς και της  Χεζμπολλάχ δεν έχουν τεθεί υπό έλεγχο – θέματα για τα οποία η Διεθνής Κοινότητα θα πρέπει να επιληφθεί από κοινού με το Ισραήλ- . 

Σιωπηρή στάση υποστήριξης ως προς το πάγωμα των εποικισμών τηρεί ο Υπουργός Οικονομικών Γιαΐρ Λαπίντ, επικεφαλής του επίσης κεντροαριστερού κόμματος "Γιές Ατίντ" (" Υπάρχει Μέλλον") , ο πολιτικός λόγος του οποίου επικεντρώνεται αφ' ενός στην περικοπή των σπαταλών προς όφελος της γενικότερης δημοσιονομικής αναδιάρθωσης του δημοσίου τομέα και αφ' ετέρου στην κατάργηση των πάσης φύσεως  προνομίων (φοροαπαλλαγές, κοινωνικά επιδόματα πρόνοιας, απαλλαγή από την υποχρεωτική στράτευση) υπέρ της υπερορθόδοξης θρησκευτικής μερίδας του πληθυσμού, η οποία τάσσεται κατά κάθε εδαφικής παραχώρησης της βιβλικής γης.

Παρά το ότι η κομματική πειθαρχία φαίνεται να συγκρατεί τους Υπουργούς που συνδέονται άμεσα με τον Πρωθυπουργό, ο Μπινιαμίν Νετανιάχου δεν θα πρέπει να εφησυχάζει, καθότι δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι μεγάλη μερίδα των Υπουργών του βρίσκονται υπό τη σφαίρα επιρροής του τέως Υπουργού Εξωτερικών Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και του κόμματός του "Ισραέλ Μπεϊτένου" , που στηρίζει την ενδοκομματική σκληρή διαπραγματευτική γραμμή. Η γραμμή αυτή σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι η οικοδομική δραστηριότητα στην Δυτική Όχθη δεν θα πρέπει να διακοπεί, η συνοριακή γραμμή προ του Πολέμου του 1967 δεν θα πρέπει να αποτελεί το ζητούμενο και δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αποφυλάκιση παλαιστινίων κρατουμένων που κρίθηκαν ένοχοι για βομβιστικές επιθέσεις κατά ισραηλινών πολιτών και στρατιωτών.

Παρ' όλ' αυτά, η διαλλακτικότητα που επιδεικνύει ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός και οι πράξης καλής θέλησης που φέρεται ότι πρόκειται άμεσα να εφαρμόσει (σιωπηρό πάγωμα των οικισμών και απελευθέρωση δεκάδων παλαιστινίων κρατουμένων) βρίσκει ένα απρόσμενο "δίχτυ ασφαλείας" από την αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση. Η Πρόεδρος του Κόμματος των Εργατικών Σέλι Γιεχιμόβιτς - η οποία τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά επικεντρώνεται στο να επικρίνει έντονα τις κυβερνητικές επιλογές ως προς την κατανομή των δημοσιονομικών βαρών, προβάλλοντας ως κύριο πολιτικό αίτημα την προστασία της βαλλόμενης μεσαίας τάξης της χώρας – στηρίζει τις πράξεις καλής θέλησης του Πρωθυπουργού, δηλώνοντας ότι ακόμα και εάν η επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών δημιουργήσουν ενδοκυβερνητική κρίση, προκειμένου να "μην χαθεί ακόμα μια ευκαιρία για την ειρήνη"  ο Μπινιαμίν Νετανιάχου θα υποστηριχθεί από την αντιπολίτευση. Αυτή η εντυπωσιακή πολιτική εξέλιξη  δεν εξέπληξε τους ισραηλινούς πολιτικούς αναλυτές, δεδομένου ότι προεκλογικά η Γιεχιμόβιτς είχε δεσμευθεί επανειλημμένα πως σε ό,τι αφορά την εξεύρεση πολιτικής λύσης για το εθνικό θέμα, οι Εργατικοί θα προσφέρουν εποικοδομητικές εναλλακτικές στηρίζοντας όποια κυβέρνηση σχηματισθεί, "είτε με εμάς, είτε χωρίς εμάς".

Τέλος, ο Πρόεδρος της χώρας Σιμόν Πέρες, σε πρόσφατες δηλώσεις του χαιρέτησε τόσο τη στάση του Πρωθυπουργού όσο και τη στήριξη της αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης Σέλι Γιεχιμόβιτς, προσδίδοντας ένα ακόμα θετικό πρόσημο στους χειρισμούς του Μπινιαμίν Νετανιάχου, που βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με τις Αμερικανικές προσδοκίες επανέναρξης του ειρηνευτικού διαλόγου.